Η δίκη του ανθρώπου που ευθύνεται για τις χειρότερες σφαγές στην Ευρώπη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο φτάνει στο τέλος της. Δύο γυναίκες με προσωπική πείρα από το πρόσφατο, ζοφερό παρελθόν, εξηγούν γιατί η κοινωνία τους έχει επιλέξει να ζει σε κενό μνήμης.
T ην περίοδο της πολιορκίας προσπαθούσαμε όλοι στην πόλη να συνεχίσουμε τη ζωή μας κάτω από τις βόμβες και τις σφαίρες. Εγώ εργαζόμουν σε μια εφημερίδα. Και θυμάμαι πολύ καθαρά μια ημέρα, τον πρώτο καιρό της πολιορκίας, που είχε υποκλαπεί μια συνομιλία του Μλάντιτς με τους άνδρες του, που ήταν τοποθετημένοι στους λόφους γύρω από την πόλη. Τον άκουσα να λέει «Βομβαρδίστε το Βελέσιτσι, δεν μένουν εκεί πολλοί Σέρβοι». Και λίγο αργότερα «Συνεχίστε, συνεχίστε, μέχρι να τους κάνετε να χάσουν τα λογικά τους». Άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά τον Ράτκο ΜλάντιτςRatko Mladić να διατάζει τη δολοφονία αμάχων
Η δημοσιογράφος Γκορντάνα ΚνέζεβιτςGordana Knezević ήταν αρχισυντάκτρια της εφημερίδας Oslobođenje. Την αναζητήσαμε στην Πράγα, όπου ζει και εργάζεται τα τελευταία χρόνια, με αφορμή την επικείμενη ανακοίνωση της απόφασης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου του ΟΗΕ στη Χάγη για τα Εγκλήματα στην Πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTYicty.org). Εάν το δικαστήριο απορρίψει, όπως έχει κάνει έως τώρα, τα επίμονα αιτήματα της υπεράσπισης για αναβολή της απόφασης, τότε στις 22 Νοεμβρίου θα μάθουμε την ποινή που θα επιβληθεί στον άνθρωπο που έμεινε γνωστός ως «ο σφαγέας των Βαλκανίων», εκείνος που ευθύνεται για τα μεγαλύτερα εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε ευρωπαϊκό έδαφος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
«Στόχος του ήταν η εθνοκάθαρση και το πολυεθνοτικό Σεράγεβο ήταν αγκάθι»

Ο στρατηγός Ράτκο Μλάντιτς κατηγορείταιΤο κατηγορητήριο για γενοκτονία, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο εισαγγελέας του ICTY έχει ζητήσει να του επιβληθεί η ισόβια κάθειρξη, καθώς οποιαδήποτε ελαφρύτερη ποινή θα ήταν προσβολή για τα θύματα. Ο αρχηγός του στρατού των Σερβοβοσνίων, ήταν ένας από τους άνδρες που ενορχήστρωσαν στη διάρκεια του πολέμου την επιχείρηση εθνοκάθαρσης στη Βοσνία. Εκτός από την πολιορκία του ΣεράγεβοSiege of Sarajevo, κατά την οποία στέρησε τους κατοίκους της πόλης από νερό, ηλεκτρικό, τρόφιμα και φάρμακα, ο Μλάντιτς οργάνωσε τη γενοκτονία της ΣρεμπρένιτσαSrebrenica massacre, με θύματα περισσότερους από 7.000 μουσουλμάνους εφήβους και άνδρες. Η δίκη του, που άρχισε τον Μάιο του 2012 και ολοκληρώνεται σε λίγες ημέρες, είναι μια από τις τελευταίες που διεξάγονται στο ICTYΧρονολόγιο της δράσης του ICTY. Στο τέλος του έτους, το Δικαστήριο ολοκληρώνει την αποστολή του.

Η Γκορντάνα Κνέζεβιτς μας λέει ότι ακόμη και σήμερα θυμάται πολύ καθαρά τη φωνή του την ώρα που διέταζε τον βομβαρδισμό της συνοικίας Βελέσιτσι. Η Σέρβα ήταν επικεφαλής μιας ομάδας από δημοσιογράφους και φωτογράφους της OslobođenjeOslobođenje που ιδρύθηκε το 1943 ως αντιναζιστική εφημερίδα. Όχι μόνο παρέμειναν ενωμένοι, αλλά συνέχισαν να βγάζουν την εφημερίδα σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας. Δουλεύοντας σε βάρδιες που διαρκούσαν ολόκληρες ημέρες ώστε να περιορίζουν όσο μπορούσαν τις διαδρομές τους και μαζί τον κίνδυνο να πέσουν νεκροί από τις σφαίρες κάποιου ελεύθερου σκοπευτή, οι Σέρβοι, Κροάτες και Βόσνιοι συντάκτες κατάφερναν να γράφουν και να τυπώνουν το φύλλο από ένα υπόγειο, όπου είχαν καταφύγει μετά τον βομβαρδισμό και την κατάρρευση του δεκαώροφου κτιρίου της εφημερίδας. Έως το τέλος της πολιορκίας, μετρούσαν πέντε νεκρούς και 25 τραυματίες. Και όλοι είχαν χάσει αγαπημένους.

Τα σχεδόν τέσσερα χρόνια που οι δυνάμεις του Μλάντιτς σφυροκοπούσαν την πόλη, η Oslobođenje ήταν η μοναδική ανεξάρτητη, έγκυρη φωνή ενημέρωσης και συγχρόνως σύμβολο ενότητας και μαχητικότητας για τους 400.000 πολιορκημένους του Σεράγεβο. Η πολιορκία αυτής της όμορφης, ανεκτικής πόλης, με τις ορθόδοξες εκκλησίες, τα τζαμιά και τις συναγωγές, στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους 10.000 ανθρώπους –χώρια τους τραυματίες και τους εκτοπισμένους. «Έγιναν πολύ νωρίς σαφείς οι προθέσεις του Μλάντιτς. Στόχος του ήταν η εθνοκάθαρση, γι’ αυτό και το πολυεθνοτικό Σεράγεβο ήταν αγκάθι. Γιατί εκεί Σέρβοι, Κροάτες, Μουσουλμάνοι δεν θέλαμε να χωριστούμε. Κι ήμασταν έτοιμοι να δώσουμε και τη ζωή μας για αυτό. Γι’ αυτό διέταξε την πολιορκία και τον βασανισμό της πόλης», λέει η Κνέζεβιτς.

«Έχει επικρατήσει η βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο κυνηγάει μόνο τους Σέρβους»

Παρακολουθώντας κανείς τα σερβικά μέσα ενημέρωσης, θα βρει ελάχιστες μόνο και πολύ σύντομες αναφορές στη δίκη που αυτές τις μέρες ολοκληρώνεται στη Χάγη, όπως επισημαίνει η Σέρβα δημοσιογράφος. «Πιστεύω ότι θα αρκεστούν να γράψουν μια σύντομη είδηση όταν ανακοινωθεί η απόφαση στις 22 του μήνα και αυτό είναι όλο».

Τη βεβαιότητα της Κνέζεβιτς συμμερίζεται η Νατάσα ΚάντιτςNataša Kandić, η οποία παραμένει πάντα στο Βελιγράδι. H Kάντιτς είναι η ιδρύτρια και διευθύντρια της ΜΚΟ Humanitarian Law Centerhlc-rdc.org, που ήδη από το 1992 άρχισε να τεκμηριώνει τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα εγκλήματα πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία. «Τα μέσα κάλυψαν εκτενώς τα αλλεπάλληλα αιτήματα της υπεράσπισης του Μλάντιτς να μεταφερθεί ο πελάτης τους για ιατρικές εξετάσεις στη Ρωσία, με εγγυήσεις που παρείχε η σερβική κυβέρνηση», μας λέει. «Γιατί είναι απαραίτητοι ειδικά οι Ρώσοι γιατροί; Επειδή είναι τόσο καλές οι σχέσεις ανάμεσα στις κυβερνήσεις μας. Μάλιστα την περίοδο που ο Μλάντιτς καταζητείτο, οι άνθρωποί του είχαν αφήσει να διαρρεύσει ότι θα δεχόταν να παραδοθεί εάν του έδιναν εγγυήσεις ότι θα εκτίσειWikiLeaks cables: Serbia suspects Russian help for fugitive Ratko Mladić | Τhe Guardian την ποινή του στη Ρωσία». Πάντως το αίτημα των συνηγόρων του έχει απορριφθεί, πράγμα που δεν μοιάζει παράξενο εάν σκεφτεί κανείς ότι ο Μλάντιτς διέφευγε της σύλληψης επί 16 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων ζούσε κρυμμένος και προστατευμένος από υποστηρικτές του στη Σερβία.

Όταν ζητάμε από την Κνέζεβιτς να εξηγήσει τη στάση των σερβικών μέσων ενημέρωσης, η δημοσιογράφος μας λέει ότι στην πατρίδα υπάρχει τεράστια προκατάληψη απέναντι στο ICTY. «Έχει επικρατήσει η βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο κυνηγάει μόνο τους Σέρβους και αδιαφορεί για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον τους. Και αυτήν την προκατάληψη την ενθαρρύνουν οι πολιτικοί», λέει. Όταν την ρωτάμε αν μπορεί να υπάρχει έστω και μια μικρή δόση αλήθειας σε αυτήν την άποψη, η Κνέζεβιτς είναι κατηγορηματική. «Όχι, καμία. Πράγματι το 80% των καταδικασθέντων είναι Σέρβοι. Αλλά ως κάποια που έζησε τον πόλεμο, γνωρίζω ότι το 80% των εγκλημάτων διαπράχθηκαν από Σέρβους. Και αυτό ήταν και το πόρισμα των Ηνωμένων Εθνών».

Η Κάντιτς είναι εξίσου απόλυτη όταν μας λέει ότι η σερβική κοινωνία αρνείται να παραδεχτεί τα γεγονότα: «Στην τεράστια πλειοψηφία τους, τα θύματα ήταν μουσουλμάνοι από τη Βοσνία και οι θύτες ήταν μέλη του σερβοβοσνιακού στρατού, που είχαν την αμέριστη υλική και ηθική υποστήριξη του Σλόμπονταν ΜιλόσεβιτςSlobodan Milošević».

Μια ηχηρή και γενναία μειοψηφία

Η Γκορντάνα Κνέζεβιτς δεν εκπλήσσεται από την επίμονη άρνηση μεγάλης μερίδας των συμπατριωτών της να παραδεχτούν τις ευθύνες της σερβικής πλευράς. «Υπάρχει ένας, ας πούμε πρακτικός, λόγος που επιβάλλει αυτήν την στάση. Δεν είναι ότι δεν γνωρίζουν τι συνέβη. Αλλά εάν η Σερβία παραδεχτεί την ευθύνη της, εάν βγουν οι Σέρβοι και πουν ναι, αυτά τα εγκλήματα διαπράχθηκαν και διαφωνώ με αυτές τις πολιτικές, τότε κανείς δεν ξέρει έως πού θα φτάσουν οι ευθύνες. Θα μείνουν στο επίπεδο των πολιτικών που οργάνωσαν την εθνοκάθαρση και τα εγκλήματα πολέμου ή θα αγγίξουν κι όσους πήραν μέρος στον πόλεμο; Διότι στον πόλεμο συμμετείχαν πάρα πολλοί Σέρβοι. Εάν μια οικογένεια δεν είχε γιο στο βοσνιακό μέτωπο, θα είχε κάποιον ανιψιό, κάποιον ξάδελφο… Δεν υπάρχει σερβική οικογένεια που να μην ενεπλάκη με κάποιον τρόπο. Εάν οι Σέρβοι παραδεχτούν τον ρόλο της πλευράς τους, οι ευθύνες μπορεί αίφνης να φτάσουν σε κάθε κατώφλι».

Ωστόσο η Κνέζεβιτς επιμένει ότι απέναντι στην πλειοψηφία των αδιάφορων ή εκείνων που δεν θέλουν να συζητήσουν για το παρελθόν, υπάρχει μια μικρή, αλλά ηχηρή, ρωμαλαία και επίμονη μειοψηφία. Η σερβική Κοινωνία των Πολιτών είναι υγιής και μαχητική, μας λέει. «Το Humanitarian Law Center, για παράδειγμα, που ίδρυσε η Κάντιτς, αυτή η σπουδαία γυναίκα, παράγει ανεκτίμητο έργο εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες. Με υπομονή κι επιμονή συγκεντρώνει το παραμικρό τεκμήριο. Και δίνει όνομα στα θύματα. Χάρη στην Κάντιτς και το Κέντρο είναι γνωστά πλέον όλα τα ονόματα των Αλβανών που σκοτώθηκαν στον πόλεμο του Κοσόβου», παρατηρεί η δημοσιογράφος.

«Επίσης υπάρχει το Kέντρο για την Πολιτιστική Απολύμανσηczkd.org, το οποίο έχει ιδρύσει μια άλλη σπουδαία γυναίκα, η Μπόρκα Παβίσεβιτς. Και βέβαια υπάρχουν οι Γυναίκες με τα ΜαύραSerbia | womeninblack.org». Στην επέτειο της συμπλήρωσης 20 χρόνων από τη γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα, οι «Γυναίκες με τα Μαύρα» ήθελαν να οργανώσουν μια εκδήλωση όπου 7.000 άνθρωποι θα ξάπλωναν, ο ένας πλάι στον άλλον μπροστά στο σερβικό κοινοβούλιο. Για να φανεί τι σημαίνουν τόσοι νεκροί. «Αλλά δεν τους δόθηκε άδεια με την αιτιολογία ότι υπήρχε κίνδυνος επεισοδίων, γιατί μια τέτοια κίνηση θα προκαλούσε την ακροδεξιά. Υπάρχουν, λοιπόν, αυτές οι εξαιρετικά δραστήριες οργανώσεις που δεν αφήνουν τους Σέρβους να ξεχάσουν».

Ένας εγκληματίας πολέμου στην Στρατιωτική Ακαδημία

Όμως η επίσημη πολιτική εξακολουθεί να αρνείται τη γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα. Κόντρα στην σχετική απόφαση της ΕΕ, το σερβικό κοινοβούλιο έφτασε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «σφαγή» –έως εκεί. Και ούτε λόγος για τα σχολικά βιβλία, όπου η γενοκτονία είναι ένα έγκλημα, του οποίου οι Σέρβοι έχουν υπάρξει αποκλειστικώς θύματα, ποτέ θύτες, στη διάρκεια των αιώνων. «Όλες οι πλευρές διέπραξαν εγκλήματα, έτσι γίνεται στους πολέμους»: Αυτή είναι η φράση, αυτή είναι η αντίληψη, μας λέει η Κνέζεβιτς, που μοιράζονται στη μεγάλη πλειοψηφία τους οι συμπατριώτες της.

«Είναι και τόσο βολικό, άλλωστε. Όλοι κάναμε λάθη, ας τραβήξουμε μια γραμμή κι ας αφήσουμε πια πίσω μας το παρελθόν». Αλλά τα θύματα δεν δικαιώνονται με τη συγκάλυψη των ευθυνών και την άρνηση της πραγματικότητας, παρατηρεί η δημοσιογράφος. «Μπορώ να ανακαλέσω εκείνο το τηλεοπτικό στιγμιότυπο όπου αμέσως μετά τη γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα, ο Ράτκο Μλάντιτς στήθηκε μπροστά στις κάμερες και είπε ότι απελευθέρωσε την πόλη από τους Τούρκους και την κάνει δώρο στους Σέρβους. Στη Βοσνία το όνομα του Μλάντιτς κάνει ακόμη τους ανθρώπους να παγώνουν από τρόμο».

Πώς θα επιτευχθεί η συμφιλίωση, την οποία οι Σέρβοι πολιτικοί διακαώς επιθυμούν σύμφωνα με όλες τις διακηρύξεις τους, όταν επιμένουν να αρνούνται το παρελθόν; Η άρνηση είναι μόνο μέρος του προβλήματος: Πριν δυο μόλις μήνες ο Σέρβος υπουργός Άμυνας διόρισε ως λέκτορα στην Στρατιωτική Ακαδημία τον απόστρατο στρατηγό Βλαντίμιρ ΛαζάρεβιτςWar criminal or role model? It’s a thin line in Serbia | Reuters. Ο Λαζάρεβιτς έχει καταδικαστεί σε 14 χρόνια κάθειρξη για εγκλήματα που διέπραξαν υπό τις οδηγίες του Σέρβοι στρατιώτες στο Κόσοβο το 1998-99. Αφέθηκε ελεύθερος το 2015, έχοντας εκτίσει τα δύο τρίτα της ποινής του. Και η πρώτη διάλεξη που έδωσε στην Στρατιωτική Ακαδημία είχε τίτλο «Ο ηρωισμός και η ανθρωπιά των Σέρβων στρατιωτών κατά την άμυνά τους απέναντι στην Νατοϊκή επιθετικότητα».

«Της λένε ότι εξαιτίας ανθρώπων σαν κι αυτή χάσαμε τον πόλεμο»

Οι λίγες ηχηρές φωνές που επιμένουν να θυμίζουν στους Σέρβους ότι έχουν ακόμη ανοιχτούς λογαριασμούς με το πολύ πρόσφατο παρελθόν, πληρώνουν και το τίμημα της επιμονής τους. Η Κνέζεβιτς μου φέρνει το παράδειγμα μιας νεαρής γυναίκας που ηγείται της ΜΚΟ Youth Initiative for Human Rightsyihr.org. «Ήταν οι μόνοι που οργάνωσαν διαμαρτυρία ενάντια στον Λαζάρεβιτς. Πήγαν σε εκδήλωση του κυβερνώντος κόμματος όπου ήταν ο επίσημος ομιλητής και σήκωσαν πλακάτ “Δεν θέλουμε να ακούσουμε τι έχει να πει ένας εγκληματίας πολέμου”. Τους πέταξαν έξω και τους συνέλαβαν για διατάραξη της τάξης». Η Κνέζεβιτς μας μιλά για μια άλλη γυναίκα που ηγείται ΜΚΟ, της οποίας οι γείτονες στην πολυκατοικία της γυρνούν την πλάτη και την αποκαλούν προδότρα. «Της λένε ότι εξαιτίας ανθρώπων σαν κι αυτήν χάσαμε τον πόλεμο».

Οι απόπειρες εξοστρακισμού αυτών των μοναχικών φωνών παίρνουν και πιο δραστικές μορφές: Ο Σέρβος πρώην εισαγγελέας για τα Εγκλήματα Πολέμου Βλάντιμιρ Βούκσεβιτς δεν έγινε δεκτός ως μέλος στον Δικηγορικό Σύλλογο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορεί να ασκήσει το επάγγελμά του. «Οι συνάδελφοί του αρνήθηκαν να τον δεχτούν στους κόλπους τους, όπως είχε δικαίωμα, επειδή ισχυρίζονται ότι ως εισαγγελέας στράφηκε μόνο κατά των ομοεθνών του αντί να φέρει στο δικαστήριο υποθέσεις όπου οι Σέρβοι ήταν τα θύματα», παρατηρεί η Κνέζεβιτς.

«Κανείς τους, όμως, δεν τα παρατάει», λέει η δημοσιογράφος. Όταν παρατηρώ και η ίδια είχε στο παρελθόν γνωρίσει την μήνι των συμπατριωτών της, τόσο την περίοδο της πολιορκίας, όσο και αργότερα όταν με την αρθρογραφία της υπερασπίστηκε την αναγκαιότητα των νατοϊκών βομβαρδισμών στο Κόσοβο, η Κνέζεβιτς γελάει. «Όταν βγάζαμε την εφημερίδα, τα σερβοβοσνιακά μέσα μας αποκαλούσαν προδότες. Αλλά δεν μας ένοιαζε. Είχαμε πολύ σοβαρότερα προβλήματα, προφανώς».

«Δουλεύουμε για κάτι που ξεπερνάει τη γενιά μας»

Εκείνο που την ανησυχεί τώρα, καθώς παρακολουθεί τις εξελίξεις στη Σερβία από την ασφαλή απόσταση που της παρέχει η δουλειά της στην τσεχική πρωτεύουσα, είναι η άνοδος του εθνικισμού. Ειδικά μεταξύ των νέων. «Μεταξύ των φοιτητών σε μερικά πανεπιστήμια υπάρχει πολύ πιο έντονος εθνικισμός από ό,τι στη γενιά των πατεράδων τους. Ένας λόγος συνδέεται με το γεγονός ότι στα πανεπιστήμια του Βελιγραδίου σπουδάζουν πολλοί από τη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας, οι οποίοι είναι κι εκείνοι που διαλύουν τις αντιπολεμικές εκδηλώσεις», εξηγεί.

Πώς εξηγείται ωστόσο η αναζωπύρωση του σερβικού εθνικισμού, σε έναν τόπο όπου οι μνήμες του πολέμου, όσο κι αν απωθούνται από τους θύτες, παραμένουν ζωντανές; Πώς εξηγείται το γεγονός ότι οι νέοι, κάποιοι γεννημένοι την περίοδο του πολέμου ή αργότερα, δεν θέτουν ερωτήματα στη γενιά των γονιών τους; Η Νατάσα Κάντιτς εκτιμά ότι αυτό οφείλεται στην παιδεία που λαμβάνουν. «Δεν διδάσκονται τα γεγονότα. Δεν τους λένε τι συνέβη. Στη θέση της ενημέρωσης, έχουμε προπαγάνδα. Επείγει να έρθουν στα πράγματα πολιτικοί που θα κατανοήσουν ότι η κληρονομιά του Διεθνούς Δικαστηρίου είναι πολύτιμη και απαραίτητη για να εκπαιδεύσουμε τις επόμενες γενιές. Αυτή η κληρονομιά του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τον τεράστιο όγκο από τεκμήρια που έχουν συγκεντρώσει οι οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών στην περιοχή, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την αναγνώριση του παρελθόντος», λέει από το γραφείο της στο Βελιγράδι, και μου κάνει εντύπωση η αισιοδοξία που διακρίνω στη φωνή της «Στην πραγματικότητα είμαστε έτοιμοι να βάλουμε τις βάσεις για τη συμφιλίωση».

Όταν την ρωτώ αν οι απόψεις της και η δουλειά της είναι δημοφιλείς μεταξύ των συμπατριωτών της, η Κάντιτς κουνάει το κεφάλι της και γελάει. «Α, ξέρετε τώρα, με θεωρούν αντισέρβα. Αλλά επόμενο είναι, με όλη αυτήν την προπαγάνδα που τους ταΐζουν. Άλλωστε οι άνθρωποι δεν συμπαθούν κάποιον που τους θυμίζει το παρελθόν», λέει. Αυτή όμως επιμένει και αδιαφορεί για τις αντιδράσεις. «Είμαι πεπεισμένη ότι εκείνο που μετράει είναι να μιλάμε για το παρελθόν με βάση τα τεκμήρια, τις αποδείξεις. Με ενδιαφέρουν τα στοιχεία, τα γεγονότα. Όλα αυτά που προέκυψαν στα δικαστήρια. Αυτά είναι η κληρονομιά μας. Δουλεύουμε για κάτι που ξεπερνάει τη γενιά μας. Μπορεί να μην είναι έτοιμοι σήμερα να κοιτάξουν την αλήθεια και να μιλήσουν για τα γεγονότα. Μπορεί να μην είναι ούτε αύριο. Αλλά κάποια στιγμή στο μέλλον, θα είναι», καταλήγει, και καταλαβαίνω γιατί η Κνέζεβιτς μου έλεγε ότι θαυμάζει το πείσμα και τη γενναιότητα αυτής της ασυνήθιστης γυναίκας, που ξεκίνησε πρώτη το 1992 να καταγράφει τα εγκλήματα πολέμου και συνεχίζει απτόητη μέχρι και σήμερα.

Η άνοδος του σερβικού εθνικισμού

Η δημοσιογράφος από την άλλη, είναι πολύ περισσότερο συγκεντρωμένη σε αυτό που βλέπει να εκτυλίσσεται γύρω της αυτήν την εποχή. Την απασχολεί το σήμερα, περισσότερο από το αύριο. Της ζητώ να αποπειραθεί να εξηγήσει τι είναι αυτό που τρέφει τον εθνικισμό στην περιοχή. «Υπάρχει μια σπουδαία Σέρβα ιστορικός, η Λάτινκα ΠέροβιτςLatinka Perović, που έχει αναλύσει άριστα τον σερβικό εθνικισμό. Πρόσφατα, σε μια συνέντευξή της, θύμιζε ένα σέρβικο ρητό, σύμφωνα με το οποίο οι Σέρβοι κερδίζουν στον πόλεμο και χάνουν στην ειρήνη. Σύμφωνα με την Πέροβιτς, λοιπόν, οι Σέρβοι εθνικιστές θέλουν τώρα να κερδίσουν στην ειρήνη αυτό που έχασαν στον πόλεμο».

Τι σημαίνει αυτό; «Σημαίνει ας αγωνιστούμε για να πετύχουμε τους ίδιους στόχους που είχε ο Μιλόσεβιτς, αλλά ας το κάνουμε χωρίς όπλα. Ας το κάνουμε αλλάζοντας νόμους, οργανώνοντας διαμαρτυρίες, φροντίζοντας τους Σερβοβόσνιους. Ο στόχος του Μιλόσεβιτς ήταν να ενώσει όλους τους Σέρβους σε ένα κράτος, να κάνει τη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας μέρος της Σερβίας. Δεν λέω ότι η σερβική κυβέρνηση υποστηρίζει τους εθνικιστές –όχι, δεν τους υποστηρίζει, αλλά τους ανέχεται. Κάνει τα στραβά μάτια». Κι έπειτα, συνεχίζει η Κνέζεβιτς, στην περιοχή δεν υπήρξε ένας πολιτικός του μεγέθους του Βίλι Μπραντ,Warschauer Kniefall που γονάτισε στο μνημείο για τα θύματα του Γκέτο της Βαρσοβίας. «Ένας τολμηρός και μεγάλος πολιτικός που θα ζητήσει συγνώμη για λογαριασμό του λαού του. Εάν είχε υπάρξει, ο λαός θα ακολουθούσε», είναι βέβαιη.

Καθώς οι μέρες για την ανακοίνωση της απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου για τον Ράτκο Μλάντιτς πλησιάζουν, η Κάντιτς εκφράζει την ελπίδα ότι ο πρώην στρατηγός του σερβοβοσνιακού στρατού θα καταδικαστεί σε ισόβια. «Του αξίζει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη φυλακή και να σκέφτεται τα εγκλήματα που διέπραξε. Ήταν ένας μορφωμένος, άριστα εκπαιδευμένος αξιωματικός. Ήξερε τι σημαίνει να δολοφονείς αμάχους. Ο Μλάντιτς δεν ήθελε απλώς να εκδιώξει τους μουσουλμάνους. Ήθελε να τους αφανίσει», λέει η γυναίκα που έχει περάσει πάνω από δύο δεκαετίες τεκμηριώνοντας αυτό ακριβώς το γεγονός.

( Published on InsideStory, 17.11.2017. )